Εγγυητικές επιστολές που φτάνουν τα 20 εκατ. ευρώ για ένα κέντρο δεδομένων ισχύος 100 MW, αυστηρότερα κριτήρια οικονομικής επάρκειας και υποχρεωτική κάλυψη μέρους της κατανάλωσης με ενέργεια από ΑΠΕ προβλέπει το νέο πλαίσιο για τα data centers που περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Το σχέδιο νόμου, που έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση έως τις 24 Οκτωβρίου 2026, καθορίζει τις προϋποθέσεις σύνδεσης νέων κέντρων δεδομένων στο ηλεκτρικό δίκτυο. Οι διατάξεις αφορούν και επενδύσεις για τις οποίες έχουν ήδη κατατεθεί αιτήματα σύνδεσης, με συγκεκριμένες μεταβατικές προθεσμίες.
Τα αιτήματα σύνδεσης θα κατανέμονται μεταξύ ΑΔΜΗΕ και ΔΕΔΔΗΕ με βάση την ισχύ των εγκαταστάσεων. Για κέντρα δεδομένων με μέγιστη ισχύ κατανάλωσης έως και 10 MW, οι αιτήσεις θα υποβάλλονται στον ΔΕΔΔΗΕ, ενώ για μεγαλύτερα έργα στον ΑΔΜΗΕ.
Πάντως, εάν ο ΔΕΔΔΗΕ αδυνατεί για τεχνικούς λόγους να εξυπηρετήσει εγκατάσταση ισχύος τουλάχιστον 4 MW, μπορεί να διαβιβάσει το αίτημα στον ΑΔΜΗΕ. Αντίστοιχα, ο ΔΕΔΔΗΕ θα μπορεί να χορηγεί προσφορές σύνδεσης ανεξαρτήτως ισχύος, εφόσον η σύνδεση δεν απαιτεί ενίσχυση ή επέκταση του Συστήματος Μεταφοράς.
Το νομοσχέδιο απαγορεύει επίσης την κατάτμηση εγκαταστάσεων που αποτελούν ενιαίο λειτουργικό σύνολο, προκειμένου να υπαχθούν σε διαφορετικό καθεστώς σύνδεσης. Για την εφαρμογή της απαγόρευσης εξετάζονται η χωροθέτηση σε ίδια ή όμορα γεωτεμάχια, η εταιρική σύνδεση των φορέων, ο κοινός προορισμός της εγκατάστασης και η χρονική απόσταση μεταξύ των αιτήσεων.
Για τη χορήγηση προσφοράς σύνδεσης καθιερώνεται εγγυητική επιστολή 200.000 ευρώ ανά MW μέγιστης ισχύος κατανάλωσης.
Έτσι, για κέντρο δεδομένων 50 MW η εγγυητική διαμορφώνεται σε 10 εκατ., για 100 MW σε 20 εκατ. και για εγκατάσταση 200 MW σε 40 εκατ. ευρώ.
Η εγγυητική θα έχει αρχική διάρκεια τουλάχιστον τριών ετών και θα πρέπει να διατηρείται σε ισχύ μέχρι την πλήρη ηλεκτροδότηση της εγκατάστασης. Με την υπογραφή της σύμβασης σύνδεσης η εγγυητική μειώνεται κατά ποσό ίσο με το 25% της αρχικής αξίας της, ενώ ακολουθεί περαιτέρω αναλογική απομείωση σε περίπτωση τμηματικής ηλεκτροδότησης.
Εάν απαιτηθεί ανανέωση, αυτή πρέπει να γίνει τουλάχιστον δέκα εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήξη της εγγυητικής, για διάστημα δύο ετών. Σε περίπτωση μη ανανέωσης ή μη ολοκλήρωσης της ηλεκτροδότησης μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, η εγγυητική καταπίπτει και η προσφορά σύνδεσης παύει να ισχύει, όπως και η σχετική σύμβαση, εφόσον έχει υπογραφεί. Η εγγυητική καταπίπτει επίσης εάν ο επενδυτής ακυρώσει το αίτημα αφού έχει λάβει οριστική προσφορά σύνδεσης.
Για τα έργα που θα συνδεθούν στο Σύστημα Μεταφοράς τίθενται επίσης κριτήρια οικονομικής επάρκειας. Για την αξιολόγηση μπορεί να λαμβάνεται υπόψη είτε ο κύκλος εργασιών του επενδυτή είτε ο αθροιστικός κύκλος εργασιών των μετόχων και των συνδεδεμένων μερών του. Το σχετικό ποσό πρέπει, σε τουλάχιστον ένα από τα τρία τελευταία έτη, να είναι μεγαλύτερο του 30% του υπολογιστικού κόστους κατασκευής.
Ως κόστος ανάπτυξης για τον υπολογισμό της οικονομικής επάρκειας ορίζονται 10 εκατ. ευρώ ανά MW. Επομένως, για εγκατάσταση 50 MW προκύπτει υπολογιστικό κόστος 500 εκατ. ευρώ και απαιτούμενος ετήσιος κύκλος εργασιών μεγαλύτερος των 150 εκατ. ευρώ. Για έργο 100 MW το αντίστοιχο όριο κύκλου εργασιών είναι μεγαλύτερο των 300 εκατ. ευρώ. Τα ποσά αυτά προκύπτουν από τον τύπο που ορίζει η διάταξη και δεν αποτελούν εκτίμηση του πραγματικού επενδυτικού κόστους.
Οι αιτήσεις θα πρέπει ακόμη να συνοδεύονται από πλήρη φάκελο μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, προέγκριση οικοδομικής άδειας, αναλυτικό χρονοδιάγραμμα κατασκευής και τεκμηρίωση της νόμιμης χρήσης της έκτασης. Σε περίπτωση μίσθωσης ή παραχώρησης, η διάρκειά της πρέπει να είναι τουλάχιστον δέκα ετών. Προβλέπεται επίσης διαχειριστικό τέλος αίτησης 250 ευρώ.
Η προσφορά σύνδεσης θα ισχύει για τρία χρόνια, εφόσον γίνει αποδεκτή εντός δύο μηνών από τη χορήγησή της. Προβλέπεται μια παράταση έως δύο επιπλέον έτη, με κόστος 2.000 ευρώ ανά MW για κάθε μήνα παράτασης. Για ένα έργο 100 MW, δηλαδή, η μηνιαία επιβάρυνση διαμορφώνεται σε 200.000 ευρώ.
Το νομοσχέδιο προβλέπει ακόμη ότι ο κάτοχος της προσφοράς σύνδεσης πρέπει, μέσα σε δώδεκα μήνες από τη χορήγησή της και οπωσδήποτε πριν υπογράψει τη σύμβαση σύνδεσης, να προσκομίσει διμερή σύμβαση αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και τεχνική έκθεση για την εγκατάσταση.
Η τεχνική έκθεση θα περιλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του κέντρου δεδομένων, τον βαθμό ενεργειακής απόδοσης και την τεχνολογία ψύξης που θα χρησιμοποιηθεί. Εάν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά δεν υποβληθούν ή είναι ελλιπή, η προσφορά σύνδεσης ακυρώνεται.
Από την έναρξη λειτουργίας τους, τα κέντρα δεδομένων θα πρέπει να καλύπτουν τουλάχιστον το 60% της συνολικής ετήσιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Η υποχρέωση μπορεί να εκπληρώνεται μέσω απευθείας σύνδεσης με σταθμούς ΑΠΕ και συστήματα αποθήκευσης, μέσω διμερών συμφωνιών αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με χρηματοοικονομική διευθέτηση ή φυσική παράδοση, καθώς και μέσω αυτοκατανάλωσης.
Το ποσοστό αφορά την ετήσια κατανάλωση και όχι την υποχρεωτική τροφοδοσία της εγκατάστασης από ΑΠΕ κάθε ώρα του εικοσιτετραώρου. Η συμμόρφωση θα ελέγχεται με βάση την πραγματική παραγωγή των σχετικών σταθμών και την πραγματική κατανάλωση του κέντρου δεδομένων κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με μεθοδολογία που θα καθοριστεί με μεταγενέστερη απόφαση.
Αιτήματα σύνδεσης κέντρων δεδομένων με μέγιστη ισχύ κατανάλωσης άνω των 200 MW θα εξετάζονται κατά απόλυτη προτεραιότητα έναντι άλλων αιτημάτων του ίδιου κλάδου, εφόσον οι επενδυτές υποβάλουν στον ΑΔΜΗΕ υπεύθυνη δήλωση ανάληψης πρόσθετων ενεργειακών δεσμεύσεων.
Συγκεκριμένα, πρέπει να δεσμευτούν για κάλυψη τουλάχιστον του 80% της μέγιστης ισχύος κατανάλωσης μέσω κατανεμόμενης μονάδας ηλεκτροπαραγωγής ή και συστήματος αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας. Για το σύστημα αποθήκευσης προβλέπεται ενεργειακή χωρητικότητα που αντιστοιχεί σε τουλάχιστον έξι ώρες της μέγιστης ισχύος κατανάλωσης του κέντρου δεδομένων.
Οι μονάδες αυτές θα πρέπει να τεθούν σε λειτουργία μετά την 1η Ιανουαρίου 2027 και το αργότερο ταυτόχρονα με την εγκατάσταση που θα εξυπηρετούν. Η προτεραιότητα αυτή ισχύει μόνο έναντι άλλων αιτημάτων για κέντρα δεδομένων και όχι έναντι επενδύσεων διαφορετικών κατηγοριών.
Για τα συγκεκριμένα έργα προβλέπεται επίσης δυνατότητα υποβολής του πλήρους φακέλου περιβαλλοντικής αδειοδότησης μέχρι τη λήξη της προθεσμίας αποδοχής της προσφοράς σύνδεσης, αντί κατά την αρχική υποβολή του αιτήματος.
Οι επενδυτές θα καταβάλλουν το πλήρες πραγματικό κόστος σύνδεσης, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος κόστους υφιστάμενων ή νέων υποδομών που χρησιμοποιούν.
Εάν απαιτούνται επεκτάσεις ή ενισχύσεις του Συστήματος Μεταφοράς ή του Δικτύου Διανομής αποκλειστικά για τη σύνδεση ενός κέντρου δεδομένων, το σύνολο της σχετικής δαπάνης θα βαρύνει τον επενδυτή. Το κόστος αυτό δεν θα εντάσσεται στη ρυθμιζόμενη περιουσιακή βάση του ΑΔΜΗΕ ή του ΔΕΔΔΗΕ.
Για την εφαρμογή των χρεώσεων, οι δύο Διαχειριστές θα υποβάλουν προς έγκριση στη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) μεθοδολογία υπολογισμού του κόστους. Μετά την ολοκλήρωση της σύνδεσης θα γίνεται απολογισμός, ώστε να προκύπτει τυχόν πρόσθετη χρέωση ή πίστωση του επενδυτή.
Ο ΑΔΜΗΕ θα εξετάζει ανά δύο μήνες τη δυνατότητα υποδοχής νέων κέντρων δεδομένων στα υφιστάμενα Κέντρα Υπερυψηλής Τάσης. Οι υποδομές αυτές θα κατατάσσονται σε κορεσμένες, μερικώς κορεσμένες και μη κορεσμένες. Η σχετική αξιολόγηση θα υποβάλλεται στη ΡΑΑΕΥ, η οποία θα δημοσιεύει την κατάταξη και τα διαθέσιμα περιθώρια σύνδεσης.
Για κορεσμένα σημεία προβλέπεται είτε αδυναμία χορήγησης προσφοράς είτε σύνδεση σε άλλο διαθέσιμο σημείο είτε κατασκευή νέων υποδομών. Στα μερικώς κορεσμένα Κέντρα Υπερυψηλής Τάσης, η χορήγηση προσφοράς σύνδεσης θα συνοδεύεται από υποχρέωση κατασκευής νέου υποσταθμού.
Παράλληλα, στη ΡΑΑΕΥ θα δημιουργηθεί ηλεκτρονικό Μητρώο Κέντρων Δεδομένων, στο οποίο κάθε εγκατάσταση θα καταχωρίζεται με μοναδικό αναγνωριστικό κατανάλωσης. Η εγγραφή θα αποτελεί προϋπόθεση υποβολής αίτησης σύνδεσης, με μεταβατική δυνατότητα εξέτασης αιτημάτων έως την έναρξη λειτουργίας του μητρώου.
Οι νέες προϋποθέσεις θα ισχύσουν και για αιτήματα σύνδεσης που έχουν ήδη υποβληθεί. Για όσα εκκρεμούν προβλέπεται προθεσμία δώδεκα μηνών από τη δημοσίευση του νόμου, προκειμένου να συμπληρωθούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά πριν από τη χορήγηση οριστικής προσφοράς σύνδεσης.
Για έργα που έχουν λάβει οριστική προσφορά αλλά δεν έχουν ακόμη υπογράψει σύμβαση σύνδεσης, προβλέπεται προθεσμία πέντε μηνών από τη δημοσίευση του νόμου και πάντως πριν από τη σύναψη της σύμβασης. Στον φάκελο πρέπει να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η διμερής σύμβαση αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και η τεχνική έκθεση ενεργειακής απόδοσης και ψύξης.
Η ίδια πεντάμηνη προθεσμία προβλέπεται και για εγκαταστάσεις που έχουν ήδη υπογράψει σύμβαση σύνδεσης. Η μη υποβολή των δικαιολογητικών επιφέρει ακύρωση της προσφοράς ή, όπου υπάρχει υπογεγραμμένη σύμβαση, αυτοδίκαιη παύση ισχύος τόσο της προσφοράς όσο και της σύμβασης.
Από το ειδικό καθεστώς εξαιρούνται τα κέντρα δεδομένων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα που έχουν ήδη ηλεκτροδοτηθεί και λειτουργούν.



