Υπάρχουν αποφάσεις που περνούν σχεδόν απαρατήρητες από τον δημόσιο διάλογο. Δεν κόβουν κορδέλες, δεν συνοδεύονται από εντυπωσιακές ανακοινώσεις, δεν γίνονται πρώτο θέμα. Κι όμως, επηρεάζουν βαθιά το πώς -και το πόσο γρήγορα- μια χώρα αναπτύσσεται ψηφιακά, οικονομικά και κοινωνικά.
Η ανανέωση των δικαιωμάτων χρήσης φάσματος κινητών επικοινωνιών που λήγουν το 2027 στην Ελλάδα ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Τα 900 MHz (στο σύνολό τους) και μέρος των 1800 MHz δεν είναι «νέο» φάσμα. Χρησιμοποιούνται ήδη από τους παρόχους για 2G, 4G και 5G, αποτελώντας τον σταθερό καμβά πάνω στον οποίο λειτουργούν σήμερα τα δίκτυα κινητής.
Και ακριβώς γι’ αυτό, οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε το θέμα στρατηγικά και όχι διεκπεραιωτικά.
Γιατί τα 900 και 1800 MHz έχουν τόσο μεγάλη σημασία
Σε αντίθεση με τα υψηλά φάσματα που προσφέρουν εντυπωσιακές ταχύτητες σε περιορισμένες περιοχές, οι μπάντες των 900 και 1800 MHz είναι ο σκελετός των κινητών δικτύων:
- εξασφαλίζουν κάλυψη σε βάθος, σε νησιά, ορεινές και αγροτικές περιοχές,
- στηρίζουν την ποιοτική κάλυψη εσωτερικών χώρων –indoor κάλυψη- και παρέχουν σταθερή εμπειρία,
- λειτουργούν ως «always-on» υπόστρωμα για φωνή, data και κρίσιμες υπηρεσίες.
Στο 5G Standalone, ο ρόλος τους γίνεται ακόμη πιο κρίσιμος καθώς πάνω σε αυτά τα φάσματα μπορούν να «κουμπώσουν» εφαρμογές edge και ΑΙ, network slicing και υπηρεσίες χαμηλής καθυστέρησης, τόσο εντός όσο και εκτός μεγάλων αστικών κέντρων, είτε για βιομηχανικές εφαρμογές, είτε για αγροτικές, εκπαίδευσης ή υγείας.
Όχι άλλη μια δημοπρασία «by default»
Η εμπειρία από την Ευρώπη είναι σαφής. Όταν η ανανέωση φάσματος αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως ευκαιρία αύξησης δημοσίων εσόδων, το τίμημα πληρώνεται αλλού:
- λιγότερο διαθέσιμο CAPEX για την έγκαιρη αναβάθμιση των δικτύων,
- καθυστερήσεις στην ανάπτυξη 5G και ιδιαίτερα στην ανάπτυξη του 5G SA που είναι πλέον στενά συνδεδεμένο και με την ανάπτυξη και πλήρη εκμετάλλευση της Τεχνητής Νοημοσύνης,
- πιο αργή επέκταση σε περιοχές χαμηλής εμπορικής απόδοσης (και η Ελλάδα έχει πολλές τέτοιες, αρκετές μάλιστα στρατηγικής σημασίας),
- χαμένες ευκαιρίες για την οικονομία, την κοινωνία, την βιώσιμη ανάπτυξη.
Δεν μιλάμε για θεωρία. Η διεθνής εμπειρία είναι ξεκάθαρη: τα κράτη που αντιμετώπισαν το φάσμα πρωτίστως ως δημοσιονομικό εργαλείο, έχασαν σε βάθος χρόνου πολύ περισσότερα από όσα εισέπραξαν βραχυπρόθεσμα.
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή -και η πρόσφατη έκθεση Ντράγκι- αναγνωρίζουν ότι το επενδυτικό κενό για την επίτευξη των ψηφιακών στόχων του 2030 αγγίζει τα 200 δισ. ευρώ. Το φάσμα δεν μπορεί να λειτουργεί ως «έμμεσος φόρος» στα δίκτυα.
Διάρκεια, όροι και ρήτρες με ουσιαστικό νόημα: Το πραγματικό παιχνίδι παίζεται εδώ
Αν υπάρχει ένα μάθημα σε σχέση με την αδειοδότηση φάσματος από τις πιο ώριμες αγορές, αυτό είναι η σημασία της μακράς διάρκειας των αδειών. Όταν οι πάροχοι γνωρίζουν ότι έχουν μπροστά τους ένα χρονικό ορίζοντα άνω των 20 ετών, επενδύουν διαφορετικά. Όχι αποσπασματικά, αλλά στρατηγικά. Αυτό το έχει κατανοήσει επιτέλους και η Ευρωπαϊκή Ένωση και γι αυτό συνιστά στα κράτη-μέλη τέτοιες διάρκειες των αδειών.
Αντίστοιχα, οι μη εμπροσθοβαρείς πληρωμές δεν είναι «δώρο» στους παρόχους. Είναι εργαλείο πολιτικής για να κατευθυνθούν, όσο το δυνατόν συντομότερα, κεφάλαια εκεί που έχουν το μεγαλύτερο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα: στο δίκτυο, στην ποιότητα, στην ανθεκτικότητα.
Η λογική είναι απλή και το αποτέλεσμα αποδεδειγμένο: κάθε ευρώ που δεν απορροφάται πρόωρα από το τίμημα φάσματος, επιστρέφει στην οικονομία ως επένδυση ψηφιακής υποδομής και πολλαπλασιαστής ανάπτυξης.
Τέλος, εφόσον πρόκειται για φάσμα που ήδη χρησιμοποιείται και σε μια χώρα με χιλιάδες νησιά και έντονο ανάγλυφο, οι κλασικές ρήτρες πληθυσμιακής κάλυψης έχουν περιορισμένη προστιθέμενη αξία. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτεία δεν πρέπει να θέτει στόχους. Σημαίνει ότι πρέπει να θέτει τους σωστούς στόχους.
Αν υπάρχουν θέματα ζωτικής σημασίας για την οικονομική και κοινωνική ανάπττυξη της χώρας, όπου η ανανέωση φάσματος μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά, αυτά είναι κατά τη γνώμη μου:
- η επιτάχυνση προς το 5G Standalone,
- η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των δικτύων σε κρίσεις,
- η γεωγραφική κάλυψη περιοχών με χαμηλή εμπορική ελκυστικότητα αλλά υψηλή κοινωνική σημασία.
- η υποστήριξη κρίσιμων υποδομών (λιμάνια, οδικοί άξονες, τουριστικοί κόμβοι) και η επιτάχυνση της ανάπτυξης ιδιωτικών δικτύων 5G
- η ενεργειακή αποδοτικότητα.
Η εμπειρία της Ισπανίας το 2018, με την αδειοδότηση φάσματος χαμηλών συχνοτήτων συνδυασμένη με την υποχρέωση κάλυψης αγροτικών περιοχών κάτω των 10.000 κατοίκων και για βελτιωμένη κάλυψη εσωτερικών χώρων, δείχνει ότι οι υποχρεώσεις μπορούν να σχεδιαστούν έξυπνα – όχι τιμωρητικά, αλλά αναπτυξιακά και κοινωνικά αποδοτικά.
Τι μας δίδαξε η Ελληνική εμπειρία του 2020
Αξίζει να θυμηθούμε ότι η Ελλάδα πέτυχε στη διαδικασία διάθεσης φάσματος για το 5G το 2020. Όχι τυχαία, καθώς συγκέντρωσε σχεδόν όλο το διαθέσιμο φάσμα σε μια διαδικασία ανάθεσης και όρισε:
- λογικές τιμές εκκίνησης,
- μεγαλύτερη διάρκεια δικαιωμάτων (αν και μπορούμε ακόμη καλύτερα),
- δυνατότητα αποπληρωμής σε δόσεις,
- σαφείς υποχρεώσεις κάλυψης.
Το αποτέλεσμα ήταν να πετύχουμε τελικά 5G κάλυψη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ακόμη και σε αγροτικές περιοχές. Αυτό το παράδειγμα δεν πρέπει να ξεχαστεί – πρέπει να εξελιχθεί.
Και το Φαιστός;
Το προηγούμενο μοντέλο αδειοδότησης συχνοτήτων, όπου μέρος των εσόδων κατευθύνθηκε στη δημιουργία του Phaistos Investment Fund, είχε μια σαφή αναπτυξιακή λογική, η οποία μάλιστα κέρδισε τον έπαινο της ΕΕ ως εξαίρετη καινοτόμα πρακτική. Το ερώτημα σήμερα δεν είναι αν η καινοτομία αξίζει στήριξη – αυτό είναι δεδομένο. Το ερώτημα είναι αν η αυτόματη σύνδεση κάθε ανανέωσης φάσματος με αυξημένο τίμημα εξυπηρετεί τον συνολικό στόχο. Αν υπάρχει ανάγκη για συνέχιση τέτοιων πρωτοβουλιών, αυτή πρέπει να στηρίζεται σε:
- διαφάνεια,
- μετρήσιμα αποτελέσματα,
- αξιολόγηση αποδοτικότητας, και
- ευθυγράμμιση με τους στόχους της εθνικής ψηφιακής πολιτικής.
Επιπλέον οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι η χρηματοδότηση της καινοτομίας μέσω τέτοιων εργαλείων δεν οδηγεί σε υπερτίμηση του φάσματος και σε καθυστέρηση επενδύσεων δικτύου, γιατί τότε το ισοζύγιο γίνεται προβληματικό. Η συζήτηση εδώ απαιτεί λεπτότητα, διαφάνεια και στρατηγική ψυχραιμία.
Ένα policy wake-up call
Αν η ανανέωση του φάσματος αντιμετωπιστεί ως μια ακόμα ευκαιρία άμεσης είσπραξης, το αποτέλεσμα θα είναι χαμηλής απόδοσης και θα έχουμε χάσει μια ακόμη ευκαιρία. Αν όμως αντιμετωπιστεί ως εργαλείο επιτάχυνσης επενδύσεων, διασφάλισης ανθεκτικότητας και περιφερειακής συνοχής και περαιτέρω ανάπτυξης μιας καινοτόμας οικονομίας, το όφελος θα είναι πολλαπλάσιο και διαρκές για όλη την Ελληνική κοινωνία.
Το 2027 δεν είναι απλώς μια ημερομηνία λήξης αδειών. Είναι μια στρατηγικής σημασίας δοκιμή ωριμότητας πολιτικής.
Γράφει η Μαρία Μπούρα, Executive Business Advisor | Leadership | Strategy | 5G & Beyond
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό InfoCom
